Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

20 Θέσεις για έναν Τριάλογο

Thomas Bock

Γνώση γύρω από την Ψύχωση

Από το βιβλίο Bock, Deranders, Esterer: Stimmenreich. Mitteilungen über den Wahnsinn, Psychiatrieverlag, Bonn, 2002, S. 85.


20 Θέσεις για έναν Τριάλογο

Οι ακόλουθες θέσεις προέκυψαν από μακροχρόνιες συζητήσεις με τους ασθενείς του Νοσοκομείου Ημέρας, οι οποίοι δεν ήθελαν πια να δεχτούν υπεκφυγές και αόριστες απαντήσεις στην ερώτηση τι γνωρίζουν και τις σκέφτονται οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας για την ψύχωση. Αφού τις είχα καταγράψει, διορθώθηκαν πολλές φορές από ασθενείς, συγγενείς ψυχικά πασχόντων και συναδέλφους (1991). Στην πορεία των σεμιναρίων υτα επόμενα 10 χρόνια αναδύθηκαν μερικές διορθώσεις. Αυτό το ενδιάμεσο στάδιο περιγράφεται και πάλι εδώ. Η διαπραγμάτευση γύρω από αυτές τις θέσεις δεν έχει κλείσει ακόμα. Στόχος τους είναι να δημιουργήσουν ερεθίσματα, να φέρουν τον καθένα που τις διαβάζει σε επαφή με τις προσωπικές του ιδέες και να μετεξελιχθούν διαλεκτικά. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να προκύψει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στο παζλ. Οι γενικές γραμμές θα παραμείνουν ως έχουν.


Θέση 1

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Κάθε άνθρωπος έχει την δυνατότητα να γίνει ψυχωσικός. Κάποιοι άνθρωποι είναι από τη φύση πιο «λεπτόπετσοι» από άλλους, έτσι ώστε να αυξάνεται σ’αυτούς η πιθανότητα να χάσουν ή καλύτερα να υπερβούν τα προσωπικά τους όρια. Ο κάθε άνθρωπος βιώνει καταστάσεις που μοιάζουν με την εμπειρία της ψύχωσης, π.χ. όταν σε μια συγκεκριμένη φάση της παιδικής του ηλικίας μεταβιβάζονται τα προσωπικά του συναισθήματα σε άλλους ανθρώπους και ρευστοποιούνται τα όρια της προσωπικότητας. Μερικοί ανθρωπολόγοι υποθέτουν με σχετική βεβαιότητα ότι το άκουσμα φωνών υπήρξε παλαιότερα στην ανθρώπινη ιστορία μια διαδεδομένη μορφή σκέψης.

Θέση 2

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Κάθε αρρώστεια είναι διαφορετική. Κάθε ψύχωση είναι μια εντελώς προσωπική διαδικασία, συγκρίσιμη με ένα όνειρο, μόνο που ξέφυγε από τον ύπνο. Ψυχολογικά και φυσιολογικά (σωματικά) φαινόμενα παραπέμπουν σε παραλληλίες ανάμεσα στο όνειρο και την ψύχωση.

Θέση 3

ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

Μια ψύχωση μπορεί να προκληθεί από ένα ακραίο βιωματικά γεγονός (αντιδραστική ψύχωση), μέσω συγκεκριμένων ουσιών, π.χ. ναρκωτικά (εξωγενής ψύχωση) ή μέσω συνθηκών ζωής, που για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν επιτρέψει να αναπτυχθεί μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο του ατόμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις μακροχρόνιες δυσκολίες, επιβαρυντικές συναισθηματικά αντιφατικές σχέσεις και επιπλέον επιβαρυντικές συνθήκες ζωής έχουν οδηγήσει το άτομο που τις υφίστατια σε αυξανόμενη απομόνωση. Η προσωπική του εικόνα για την ζωή του έχει αποσταθεροποιηθεί ή δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξετυλιχθεί. Κατά κανόνα προηγούνται μια σειρά από προσπάθειες εξισορρόπησης και αυτοθεραπείας πριν από κάθε ψυχωσική εμπειρία. Ακόμα και η ίδια αυτή η ψύχωση αποτελεί μια μορφή εξισορρόπησης π.χ. της φυγής.

Θέση 4

ΚΡΙΣΕΙΣ

Ψυχώσεις εκδηλώνονται συχνότερα σε περιόδους, που συνδέονται για το άτομο με ανασφάλεια, στις λεγόμενες φάσεις ανάπτυξης ή μεταβατικές φάσεις: π.χ. όταν έπεται απομάκρυνση από το γονεικό σπίτι ή χωρισμό από σύντροφο, όταν απειλεί η απώλεια ενός σημαντικού συγγενικού προσώπου, όταν ενηλικιώνονται τα παιδιά, πριν την συνταξιοδότηση κλπ...Τέτοιες φάσεις ζωής δεν είναι σκόπιμο να αποφευχθούν, καθώς περιέχουν την ευκαιρία για ωρίμανση του ανθρώπου που τις περνά. Μερικοί άνθρωποι χρειάζονται σε μια τέτοια διαδικασία περισσότερη υποστήριξη ή περισότερο χρόνο από άλλους.

Θέση 5

Κοινωνική υποστήριξη

Το αν θα εκδηλωθεί μια ψύχωση ή όχι εξαρτάται επίσης από τον βαθμό της κοινωνικής στήριξης που βρίσκεται στη διάθεση του ατόμου. Με κάτι τέτοιο εννοούμε προσωπικά και ξένα αποθέματα. Μια προσωπική κοινωνική πατρίδα μειώνει επίσης την πιθανότητα υποτροπών, γιατί μειώνει και την πιθανότητα της απομόνωσης. Αποφασιστικό σ’ αυτήν την διαδικασία είναι συχνά το πόσο έμπιστη και όχι το πόσο συχνή είναι μια σχέση.

Θέση 6

ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΑΣ ΨΥΧΩΣΗΣ

Όπως και κάθε άνθρωπος που νιώθει ανασφάλεια και βρίσκεται σε μια κρίση, ένα ψυχωσικός άνθρωπος χρειάζεται ανθρώπινη συνοδεία και υποστήριξη, ηρεμία και χρόνο. Η εξασφάλιση καθημερινών πραγμάτων και η βίωση ενός Απέναντι μπορούν αν είναι σε μια τέτοια φάση σημαντικά και να δράσουν σταθεροποιητικά για το άτομο. Όποιος νιώθει ανασφαλής με τον ίδιο του τον εαυτό χρειάζεται έναν καλοπροαίρετο, αλλά ουδέτερο, δηλαδή εσωτερικά ήρεμο, άνθρωπο, για να αποκτήσει επαφή με τον εαυτό του. Μια άλλη γνώμη, ξεκάθαρα οριοθετημένη, αλλά όχι εχθρικά εκφρασμένη, μπορεί να βοηθήσει στο να προσανατολιστεί ο άνθρωπος που νιώθει ανασφάλεια.


Θέση 7

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Μια ψυχωσική εμπειρία μπορεί σημαίνει έναν πολύ βαθύ υπαρξιακό φόβο – φόβο ότι θα διαλυθείς, θα χαθείς, θα ετεροκαθοριστείς, θα σβηστείς από εντυπώσεις που σε κατακλύζουν. Συνηθισμένες, αναμενόμενες για το κάθε άνθρωπο αισθήσεις, όπως η αίσθηση της εξάρτησης από άλλους, απειλής από ανεξήγητες φυσικές ή τεχνολογικές δυνάμεις, βιώνονται χιλιάδες φορές εντονότερα. Σ’ αυτήν τη φάση μπορούν η θαλπωρή και η προστασία να είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τον άνθρωπο που βιώνει την ψύχωση. Άλλοι άνθρωποι αισθάνονται κατά τη διάρκεια της ψύχωσης ελάχιστο ή καθόλου φόβο και βιώνουν το χρόνο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης σαν την πιο δυσάρεστη στιγμή και την ίδια την ψύχωση σαν μια απελευθέρωση από τον φόβο.

Πόσο και ποιο είδος προστασίας χρειάζεται ή μπορεί να δεχθεί ο καθένας διαφέρει από άτομο σε άτομο και είναι συχνά δύσκολο να διαπιστωθεί. Η ισορροπία μεταξύ απόστασης και προστασίας είναι μερικές φορές πολύ δύσκολη και μπορεί συχνά να επιτευχθεί ευκολότερα από κάποιο ανεξάρτητο πρόσωπο, π.χ. κάποιον εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος. Η οικογένεια προσφέρει στην καθημερινή ζωή ψυχωσικών ανθρώπων αφάνταστα πολλά, χρειάζεται όμως στήριξη και για ορισμένα διαστήματα ξεκούραση από το έργο αυτό.

Θέση 8

ΜΟΡΦΕΣ

Αναλογικά με την εικόνα της ιδιαίτερα λεπτής (συναισθηματικής) επιδερμίδας των ανθρώπων που βιώνουν ψυχωσικές εμπειρίες μπορούν να διακριθούν με σχετική σαφήνεια δύο είδη εμφάνισης της ψύχωσης. Από την μια πρόκειται για την αίσθηση ότι εντυπώσεις και πληροφορίες απ’ έξω εισβάλλουν ανεμπόδιστα και αφιλτράριστα στο εσωτερικό της ψυχής. Μέσα απ’ αυτό μπορεί να αναδυθεί ένα συναίσθημα απειλής ή καταδίωξης («παρανοϊκή ψύχωση»). Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο και να νιώθει κανείς ότι πολύ προσωπικές, εν μέρει ίσως και ασυνείδητες εικόνες από το εσωτερικό της ψυχής διαπερνούν την επιδερμίδα και παίρνουν μορφή ή αρχίζουν να μιλούν σαν φωνές («παραισθήσεις»).

Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τέτοιες καταστάσεις σε περιπτώσεις υψηλού πυρετού.

Και οι δύο αυτές αισθήσεις μπορούν να αναμειχθούν μεταξύ τους και να συνδεθούν με ισχυρό φόβο. Πέρα από την αντίληψη και τα αισθήματα μπορούν σε μια ψύχωση να μεταβληθούν και να μπερδευτούον η σκέψη και ο λόγος. Αυτή η αλλαγή μπορεί να βιωθεί υποκειμενικά σαν διεύρυνση ή σαν επιβάρυνση. Μια τέτοια ψύχωση, που συμπεριλαμβάνει μ’ αυτήν την μορφή όλον τον άνθρωπο, την σκέψη και το συναίσθημά του χαρακτηρίζεται επίσης σαν «σχιζοφρενική ψύχωση».Ο απειλητικός τόνος που συνοδεύει αυτόν τον όρο συναντάται κατά κύριο λόγο στον γερμανόφωνο χώρο και παραπέμπει στην εγκληματική πολιτική των Ναζί.


ΘΕΣΗ 9

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ

Πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί μια ψύχωση είναι κάτι που πρέπει να αποφασιστεί από τον καθένα προσωπικά. Γι’ αυτό είναι καλό να αποφεύγονται κατά το δυνατόν καθοδηγητικές παρεμβάσεις, που προσβάλλουν ακομα περισσότερο την σοβαρότητα του ατόμου που υφίσταται την κατάσταση. Αντιθέτως καλούμαστε να αναζητήσουμε τρόπους ενίσχυσης ή επαναφοράς αυτής της σοβαρότητας, διατηρώντας π.χ. τομείς της καθημερινότητας σε λειτουργία και συζητώντας με τον ενδιαφερόμενο στρατηγικές αντιμετώπισης. Οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε την ίδια την ψύχωση με σεβασμό. Αυτό περικλείει την πεποίθηση ότι της αναλογεί μια υποκειμενική σημασία. Μ’ αυτήν την έννοια γίνεται κατανοητό το πώς ορισμένοι άνθρωποι, που σε μια ψύχωση βιώνουν μια υπαρξιακή αβεβαιότητα, προσπαθούν να ελέγξουν τον τρομακτικό φόβο τους στρεφόμενοι σε συγκεκριμένα αντικείμενα, τα οποία πιστεύουν ότι προκαλούν το κακό. Κατά κάποιον τρόπο είναι ευκολότερο να αντέξει κανείς την σκέψη ότι δηλητηριάζεται από μια κούπα, παρά ότι καταρρέει εσωτερικά. Μ’ αυτήν την έννοια μπορεί κανείς να κατανοήσει αρκετά από τα συμπτώματα μιας ψύχωσης σαν μια προσπάθεια αντιμετώπισης ενός ακραίου φόβου.

ΘΈΣΗ 10

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Σχεδόν όλες οι ψυχώσεις περνούν μόνες τους και χωρίς φαρμακευτική αγωγή μετά από ορισμένο χρόνο. Αυτό εξηγείται μεταξύ άλλων και από το γεγονός, ότι μια τόσο κουραστική διαδικασία δεν είναι δυνατόν να την αντέξει κανείς για πάντα. Μερικές φορές επέρχεται αμέσως μετά μια καταθλιπτική φάση. Αν κάποιοι άνθρωποι εμφανίζονται στο μεσοδιάστημα μεταξύ ψυχωσικών εμπειριών περίεργοι και μυστήριοι, αυτό δεν πρέπει να το αποδώσουμε αναγκαστικά στην ψύχωση, αλλά μπορεί να είναι και έκφραση των ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου ανθρώπου. Την κατάσταση του ιδρυματισμού, στην οποία ένας άνθρωπος μοιάζει σε λήθαργο, χωρίς ενδιαφέροντα, παθητικός και ψυχικά πτωχευμένος, πρέπει να την δούμε ως το αποτέλεσμα κακής ιατρικής φροντίδας, κυρίως μιας πολύ μακρόχρονης και υπό κακές συνθήκες νοσηλείας.

Θέση 11

ΜΑΝΙΟΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΉ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ

Εκτός από τις ψυχώσεις που περιγράφηκαν ως τώρα (που ονομάζονται από τους ψυχίατρους μερικές φορές παρανοική, παραληρητική ή σχιζοφρενική ψύχωση), υπάρχει ακόμα μια μορφή, που επιδρά λιγότερο στην σκέψη και την αντίληψη, αλλά πολύ περισσότερο στην διάθεση. Η διάθεση μπορεί σ΄ αυτήν την περίπτωση να είναι ή ακραία αρνητική (καταθλιπτική) ή ακραία εύθυμη (μανιακή). Συχνότερες είναι οι φάσεις της κατάθλιψης. Μερικοί άνθρωποι γνωρίζουν και τις δύο καταστάσεις. Σ΄αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί κανείς να ζήσει ολοκληρωμένα ούτε την χαρά, ούτε τη θλίψη. Το πρόσωπο που ζει αυτήν την κατάσταση μοιάζει να έχει αλλάξει στην προσωπικότητά του, δεν νιώθει πια ο εαυτός του. Από αυτήν την οπτική γωνία η κατάθλιψη και η μανία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και μπορούν να χρησιμεύσουν για προστασία του προσώπου από μια ανυπόφορη αίσθηση. Το να είναι τότε κανείς πράγματι χαρούμενος ή πράγματι λυπημένος, η ακόμα και πράγματι οργισμένος, αντί να στρέφει τα πάντα ενάντια στον εαυτό του, μπορεί να αποτελεί κιόλας το πρώτο βήμα για την έξοδο από την αρρώστεια και την ψυχική απομόνωση.

Θέση 12

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Φυσικά δεν καταλήγει κάθε κατάθλιψη σε ψύχωση. Ο καθένας μας γνωρίζει αρνητικές ψυχικές διαθέσεις μετά από οδυνηρά συμβάντα (αντιδραστική κατάθλιψη) ή δυσάρεστες καταστάσεις, που διαρκούν βέβαια περισσότερο, αλλά είναι κατανοητές μέσα από την βιογραφία του προσώπου ή συνδέσεις που είναι ορατές στην προσωπική ιστορία του προσώπου που τις ζει (και μερικές φορές ονομάζονται νευρωσική κατάθλιψη). Βεβαίως και μια ψυχωσικού χαρακτήρα κατάθλιψη ή μια μανιοκατάθλιψη σχετίζεται με την βιογραφία και τις προοπτικές ζωής του ατόμου, είναι όμως σαφώς δυσκολότερο να κατανοηθούν αυτές οι συσχετίσεις, γιατί μοιάζει να μεταβάλλεται όλη η προσωπικότητα του ατόμου. Ο χαρακτηρισμός ενδογενής κατάθλιψη είναι παρόλ’ αυτά παραπλανητικός: το να αναπτύσσεται μια κατάθλιψη «από μέσα προς τα έξω» μοιάζει βέβαια φυσιολογικό. Ωστόσο είναι αδύνατον να διαχωριστεί ο εσωτερικός κόσμος ενός ανθρώπου σε μια προσωπική ιστορική πορεία από τις εμπειρίες και τα βιώματά του. Το να χαρακτηρίσουμε μια κατάθλιψη ψυχωσική σημαίνει κατά πρώτον μια εκτίμηση σχεστικά με το πόσο συνολικά πλήττεται ο άνθρωπος από την κατάσταση που ζει.

Θέση 13

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΓΟΝΙΔΙΑ

Οι ψυχώσεις δεν κληρονομούνται. Δεν πρόκειται για τα γονίδια. Ένα συγκεκριμένο ταμπεραμέντο και μ’ αυτήν την έννοια ένας βαθμός ευαισθησίας ίσως να είναι εν μέρει και γενετικά καθορισμένα, κληροδοτείται ωστόσο και κοινωνικά, με τον μηχανισμό της μάθησης στα πρώιμα παιδικά χρόνια. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που μπορούν να έχουν σημασία σε μια ψύχωση, δεν αποτελούν βεβαίως παράγοντες νόσου, αλλά καταρχήν αξιαγάπητα χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

Θέση 14

ΒΙΟ-ΛΟΓΙΑ

Όπως και σε όλες τις ψυχικές καταστάσεις έτσι και στις ψυχώσεις συμμετέχουν και βιολογικοί παράγοντες. Το σώμα βρίσκεται σε μια περίπλοκη αλληλεπίδραση με την ψυχή, εκκρίνει ορμόνες και αλλάζει τις διαδικασίες μεταβολισμού, την καρδιακή συχνότητα και την πίεση του αίματος. Η χρονική διαδοχή μεταξύ αυτών των δύο είναι αδύνατον να ξεκαθαριστεί. Σώμα και ψυχή αποτελούν μια ολότητα. Δεν υπάρχει, όπως και ούτε υπήρξε ποτέ, οποιουδήποτε είδους απόδειξη για μια σχιζοφρενική πάθηση με αμιγώς σωματικές αιτίες («Σωμάτωση»).

Θέση 15

ΦΆΡΜΑΚΑ

Τα φάρμακα μπορούν επιφανειακά να παραμερίσουν προσωρινά ένα ψυχωσικό σύμπτωμα . Παρόλ’ αυτά ως μοναδική θεραπευτική παρέμβαση δεν ανταποκρίνονται ούτε στην ανθρώπινη ενότητα σώματος–ψυχής, ούτε στην ιδέα ότι κάθε σύμπτωμα έχει μια υποκειμενική για το πρόσωπο που το ζει αξία ως προσπάθεια λύσης. Τα φάρμακα μπορούν να προσδώσουν σε μια φάση ιδιαίτερης ευαλωτότητας μια τεχνητή προστασία, σαν ένα επιπρόσθετο παλτό σ΄ έναν άνθρωπο με λεπτή επιδερμίδα. Αν αυτό το τεχνητό ρούχο δεν ταιριάζει ακριβώς, γίνεται το ίδιο ενοχλητικό. ΄Ενα μέρος των λεγόμενων παρενεργειών μπορεί βεβαίως να αρθεί μέσω άλλων φαρμάκων, στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένει όμως κάποια σοβαρή επιβάρυνση για το άτομο μέσω της λήψης ψυχοφαρμάκων. Συχνά είναι μάλιστα δύσκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στις εκφάνσεις της ψύχωσης και τις παρενέργειες των φαρμάκων. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό να αναλαμβάνει ο καθένας μόνος του την ευθύνη για τα φάρμακα, να συγκαθορίζει τον τρόπο και τις ποσότητες λήψης τους, να παρατηρεί τη δράση τους και να συζητά με τον γιατρό. Μια συνεχόμενη φαρμακοληψία χωρίς προσπάθεια να σταματήσει κανείς αποτελεί παταγώδες σφάλμα – μεταξύ των άλλων και λόγω πιθανών συνεπειών μετά από μακροχρόνια χρήση («όψιμη δυσκινησία»). Φαρμακοθεραπεία σε περίοδο κρίσης μπορεί να βοηθήσει στο να αντέξει κανείς τον φόβο μέσα στην ψύχωση ή να προστατευτεί ήδη πιο πριν με το πρώτο αίσθημα απειλής από μια υποτροπή. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί μάλιστα να είναι και σωτήρια για τη ζωή, όταν για παράδειγμα προστατεύσει από μια ακούσια παρορμητική αυτοκτονία.

Θέση 16

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Η εξέλιξη των ψυχωσικών διαταραχών είναι τόσο διαφορετική όσο και η ίδια η ζωή. Παλιότεροι ισχυρισμοί, ότι οι υποτροπές είναι αναπόφευκτες και η εξέλιξη πάντα αρνητική, έχουν ανατραπεί. Στο ένα τέταρτο περίπου των ανθρώπων που εμφανίζουν ψύχωση η ψύχωση εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη και δεν επανεμφανίζεται ποτέ. Στο δεύτερο τέταρτο μπορεί να επανεμφανιστεί σε συνθήκες ακραίας επιβάρυνσης. Αυτό σημαίνει ότι είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς τις εναρκτήριες στιγμές και τις συνυπεύθυνες συνθήκες, ώστε να τις αποφύγει κατά το δυνατόν. Και για περίπου ένα τέεταρτο ακόμα παραμένει μόνιμη μια ευαλωτότητα και μια επιβάρυνση στις κοινωνικές επαφές. Που σημαίνει ότι στην ανάπτυξη της προσωπικής ζωής, π.χ. στην εργασία ή στην κατοικία, μπορεί να βοηθήσει μια επιπλέον στήριξη και προστασία. Σ’ ένα ακόμη τέταρτο ψυχωσικές εμπειρίες εμφανίζονται στην ζωή του ανθρώπου πότε-πότε και δεν μπορούν πια να διαχωριστούν απ’ την προσωπική ιδιαιτερότητα αυτού του ανθρώπου. Τέτοιοι άνθρωποι αρέσκονται να εμφανίζονται κτά διαστήματα απόμακροι και μυστηριώδεις και να ξεχωρίζουν έτσι με τις συνήθειές τους από τους άλλους ανθρώπους. Σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει αυτό ότι πρέπει να υφίστανται συνεχώς εσωτερικές νοσηλείες. Πολύ περισσότερο καλούμαστε να δημιουργήσουμε μέτρα στήριξης στην καθημερινότητά τους, που να σέβονται την ιδιαιτερότητα αυτών των ανθρώπων.

Θέση 17

ΠΡΟΛΗΨΗ

Το πώς μπορούν να προληφθούν νέα ψυχωσικά επεισόδια είναι θέμα που απαντάται μόνο πολύ προσωπικά. Ποιες κρίσιμες καταστάσεις πρέπει να αποφύγω, ποια επιπλέον βοήθεια θα χρειαστώ, τι συμβάλλει στην σταθερότητά μου; Γενικά ισχύει ότι σχέσεις εμπιστοσύνης, μια κανονική ροή στην καθημερινότητα, καθώς και η αποφυγή έκθεσης του ατόμου σε υπερβολικά πολλές ή υπερβολικά λίγες απαιτήσεις, συμβάλλουν στην σταθεροποίησή του.

Θέση 18

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν βιώσει ψυχωσικά επεισόδια γνωρίζουν προειδοποιητικά σημεία, που προαναγγέλουν τον ερχομό μιας ψύχωσης. Αυτά μπορεί να είναι διαφορετικά από άτομο σε άτομο. Σχετικά συχνά πρόκειται για καταστάσεις όπως η αϋπνία ή μεγάλη εσωτερική ανησυχία. Άλλοι άνθρωποι, που τείνουν σε μια νέα ψυχωσική εμπειρία, παρατηρούν στον εαυτό τους μια αυξημένη εσωστρέφεια στην επικοινωνιακή συμπεριφορά τους με άλλους ανθρώπους, μοιάζουν δηλαδή να είναι αφηρημένοι στην επικοινωνία τους, γιατί απορροφώνται από το εσωτερικό τους βίωμα. Εδώ μπορούν οι φίλοι και συγγενείς κατά το δυνατόν χωρίς πανικό να επιστήσουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την προσοχή σ’ αυτές τις αλλαγές.

Θέση 19

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σχετικά με την συχνότητα εμφάνισης ψυχωσικών διαταραχών υπάρχουν διάφορα στοιχεία. Εκτιμάται ότι περίπου 1% όλων των ανθρώπων ζουν στη διάρκεια της ζωής τους μια ψυχωσική εμπειρία. Πιστεύεται ότι υπάρχουν σε όλες τις χώρες και όλους τους πολιτισμούς καταστάσεις συγκρίσιμες με την ψύχωση, διαφέρει όμως πάρα πολύ η κοινωνική αξιολόγηση και η κοινωνική αναγνώριση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Το γεγονός ότι υπάρχει παντού ψύχωση οδηγεί πολλούς ερευνητές να υποθέσουν ότι πολιτισμικοί παράγοντες δεν παίζουν κανέναν ρόλο. Θα μπορούσε όμως να υποθέσει κανείς αντιθέτως ότι όλοι οι πολιτισμοί χρειάζονται ψυχώσεις και ψυχωσικούς ανθρώπους, ώστε να αντιπαρατεθούν σε ακραία άκαμπτες δομές και να τις κάνουν υποφερτές. Έτσι υπήρχε στους Ινδιάνους δίπλα στον Σαμάνο ένα είδος υψηλόβαθμου ιερέα, του Κοσάρου, που μόνος αυτός είχε την άδεια μέσα από την Γελοιοποίηση ή συμπεριφορές ψυχωσικού χαρακτήρα να διακόψει συγκεκριμένες τελετουργίες και να τις κάνει κατ΄αυτόν τον τρόπο πιο υποφερτές. Αν υπάρχουν παντού ψυχώσεις, αξίζει επίσης να σκεφτούμε μήπως συγκεκριμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες – όπως π.χ. απειλητικός καταιγισμός ερεθισμάτων, υπερβολική πίεση για απόδοση, αυξανόμενη απομόνωση, αξεπέραστα αισθήματα φόβου με αφορμή την καταστροφή του περιβάλλοντος ή επαπειλούντες πολέμους – στο μεταξύ ισχύουν παντού και απλώς δεν γίνονται πια αντιληπτοί από την πλειοψηφία των ανθρώπων που τους υφίστανται. Πιθανόν απ’ την άλλη πλευρά η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς τέτοιου είδους απειλές και κινδύνους να συνεπιφέρει και μια αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης ψυχωσικής εμπειρίας. Μια πολιτισμική σημασία μπορεί επίσης να έχει το γεγονός ότι η ψύχωση είναι πλούσια σε τελετουργίες, σύμβολα και συστικής σημασίες. Η «φυσιολογική» ζωή μοιάζει αντίθετα να είναι πλούσια σε γενικούς καθορισμούς του τι είναι σωστό και τι όχι, και σε πληθωρισμό πληροφορίας μέσα από τα ΜΜΕ και φτωχή σε ατομικά τελετουργικά, που μαρκάρουν τις ανθρώπινες μεταβάσεις. Η ψυχωσική εμπειρία μας βοηθάει να αντικαθρεφτίσουμε αυτή μας την γενικευμένη φτώχεια.

Σίγουρα κανένας από όλους αυτούς τους παράγοντες δεν είναι από μόνος του καθοριστικός. Παρόλ’ αυτά είναι σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας, ότι δεν αρκεί μόνο να προσπαθούμε να νικήσουμε την ψύχωση, αλλά να συλλάβουμε και να πάρουμε στα σοβαρά την πολιτισμική της σημασία.



Θέση 20

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΣΙΑ

Πολλοί άνθρωποι με ψυχωσική εμπειρία δίνουν στο βίωμά τους όχι μόνο μια πολιτισμική, αλλά και μια προσωπική σημασία. Το ψυχωσικό βίωμα σηματοδότησε στην προσωπική τους βιογραφία μια στροφή, μετά απ’ αυτό βλέπουν κάποια χαρακτηριστικά ή εμπειρίες με άλλα μάτια και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πιο ολοκληρωμένα. Αυτή η ερμηνεία ίσως θεωρηθεί μια προσπάθεια να αντέξει κανείς το τι έχει ζήσει, αυτό όμως δεν το κάνει λιγότερο σημαντικό. Για να μπορέσει λοιπόν κανείς να κατανοήσει και να τοποθετήσει ιστορικά και σημασιοδοτικά την προσωπική του ψυχωσική εμπειρία στη ζωή του βοηθά αφάνταστα η επαφή και η ανταλλαγή με άλλους ανθρώπους με παρόμοιες εμπειρίες. Στην αναζήτηση μιας προσωπικής σημασίας μπορούν επίσης να βοηθήσουν και ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις.

Παρακαλείστε να δείτε αυτές τις θέσεις σαν μια συλλογή ιδεών, που καλείστε να αλλάξετε, να διορθώσετε και να συμπληρώσετε. Πολλές απ’ αυτές γεννήθηκαν μέσα από συζητήσεις με ασθενείς. Βοηθείστε μας να τις εξελίξουμε παραπέρα. Μιλήστε μαζί μας για τις εμπειρίες σας.

Κυριακή, 04 Μαΐου 2008

Σεμινάρια πάνω στην ψύχωση: Κοινωνικός τετράλογος και χαμήλωμα των τόνων στην προσέγγιση ακραίων ψυχικών εμπειριών

΄Αννα Εμμανουηλίδου Κλ. Ψυχολόγος

1. Εισαγωγικές σκέψεις για μια μη ιατρική προσέγγιση του ψυχικού πόνου

Αντιμετωπίζουμε το πώς μια κοινωνία σχετίζεται με το διαφορετικό μέσα και έξω απ’ αυτήν και το βαθμό ανοχής, αντοχής και ευελιξίας της στη συνδιαλλαγή της μ’ αυτό ως δείκτη πολιτισμού και αποφασιστικό παράγοντα γι’ αυτό που ονομάζουμε ποιότητα ζωής των μελών της. Όχι μόνο για λόγους υπαρξιακής ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ούτε μόνο για λόγους πραγματιστικούς (μια και ο καθένας από μας ή τα παιδιά μας μπορεί κάθε στιγμή να βρεθεί στην απέναντι όχθη), αλλά επιπλέον γιατί δείχνει το βαθμό φιλοσοφικής επίγνωσης που έχει κατακτήσει ιστορικά η δεδομένη κοινωνία για την πολυμορφία της ζωής και τον πλούτο που αυτή συνεπιφέρει, ως δώρο για την προσωπική και συλλογική ολοκλήρωση των ανθρώπων της.
Η εμπειρία του τελευταίου αιώνα γύρω από την κοινωνική αντιμετώπιση και διαχείριση του ψυχικού πόνου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί με μια λέξη επιεικώς οδυνηρή, όσον αφορά το ανθρωπιστικό επίπεδο πολιτισμού των κοινωνιών μας: αντικειμενοποίηση των προσώπων σε κρίση από αφηρημένες επιστημονικοφανείς κατηγοριοποιήσεις, κατασκευές νέων, ακυρωτικών για τις ανθρώπινες εμπειρίες νοσολογικών οντοτήτων, με στόχο τη συγκρότηση νέων επιστημονικών κλάδων (ψυχιατρική, βιολογία κλπ), ιδρυματοποίηση, βία, σταδιακός απανθρωπισμός όλων των συμμετεχόντων στο νέο αυτό ιστορικά σχέδιο κοινωνικού ελέγχου προσωπική και κοινωνική εξόντωση των Διαφορετικών - ενίοτε δε και κρατικά προσχεδιασμένη -, στιγματισμός, διαμόρφωση ιατρικά πιστοποιημένων ρατσιστικών συνειδήσεων του κοινού απέναντι στο διαφορετικό, κοινωνικός αποκλεισμός, χημική και μηχανική καταστολή, μέχρι φυσικής εξόντωσης των «νοσούντων», στέρησή τους από κάθε εγκυρότητα του λόγου, των πράξεων, των επιθυμιών, των αναγκών τους, ακόμα και σε λιγότερα βίαια θεωρούμενα θεραπευτικά πλαίσια (βλ. ενδεικτικά Φουκώ,1964,1988, Σαζ, 1976, Dörner, 1969, 1993 κ.α.π.). Η συλλογική αυτή εμπειρία αποτέλεσε το Παράδειγμα της εποχής του Μοντέρνου στην αντιμετώπιση της Τρέλας. Διακινδυνεύοντας μια υπεραπλούστευση, ωστόσο για τις άμεσες ανάγκες συνεννόησής μας σ’ αυτό το κείμενο, ας συμφωνήσουμε ότι τρεις είναι οι θεωρητικοί στηλοβάτες αυτού του παραδείγματος:
α) η ιδέα της (ψυχικής) Νόσου, που συνεπιφέρει το αυτονόητο της αδυναμίας και της ανικανότητας του νοσούντος (ιατρικοποίηση της εμπειρίας και ακόλουθη (απ)αλλοτρίωσή της από το υποκείμενό της),
β) η ιδέα της επικινδυνότητας του απρόβλεπτου και ανεξέλεγκτου, του «νοσούντος» του ίδιου και
γ) η ανάγκη ελέγχου του ίδιου και της νόσου από κοινωνικά διαπιστευμένα πρόσωπα άσκησης ελέγχου (γιατροί και άλλοι ειδικοί), για την προστασία του κοινωνικού συνόλου από πραγματικούς και συμβολικούς κινδύνους.
Μετά από τα βαθιά από ανθρωπιστική άποψη τραύματα που επέφερε αυτό το παράδειγμα στο σώμα της συλλογικής κοινωνικής συνείδησης και της ιστορίας των τελευταίων 200 χρόνων, δεν μπορούμε πια να μιλούμε για ανθρωπισμό και πολιτισμό στις κοινωνίες μας χωρίς να αμφισβητούμε στη ρίζα του το ακόμα κυρίαρχο αυτή τη στιγμή παράδειγμα και τη φιλοσοφία που το οικοδόμησε και το συντηρεί.΄Ετσι, επίσης απλουστευτικά, ωστόσο αρκετά αντιπροσωπευτικά κατά τη γνώμη μου, η κριτική αυτή ταυτίζεται αναγκαστικά με βάση το παραπάνω σχήμα με την αμφισβήτηση α) της νοσηρότητας ακραίων ψυχικών εμπειριών, της ίδιας της ιδέας ότι η τρέλα αποτελεί αρρώστια, β) της μεγαλύτερης από το μέσο αναμενόμενο επικινδυνότητας ανθρώπων που τη βιώνουν και γ) ως συνακόλουθο των παραπάνω: αμφισβήτηση της ανάγκης άσκησης κοινωνικού ελέγχου αυτής της εμπειρίας μέσω διαπιστευμένων προσώπων (ειδικών).
Oι σκέψεις αυτές μας οδηγούν σε ένα άμεσο «χαμήλωμα των τόνων» στη συζήτηση τη σχετική με την τρέλα. Αν δεν υπάρχει νόσος, επικινδυνότητα και ανάγκη άσκησης βίαιου ελέγχου, αναδύεται και πάλι με φυσικότητα το ερώτημα του τι είναι αυτή η εμπειρία, καθώς δεν υπάρχουν πια προκατασκευασμένες απαντήσεις από ειδικούς, που δεν έχουν βιωματικά ιδέα για το αντικείμενο για το οποίο μιλούν. Έτσι, αφήνεται χώρος για να αρθρωθεί ο λόγος των ίδιων των ανθρώπων με ανάλογες εμπειρίες, οι οποίοι πια δεν απαλλοτριώνονται στο όνομα κατασκευασμένων νοσολογικών κατηγοριών, αλλά είναι παρόντες για να βιώσουν, να επικοινωνήσουν και να διαχειριστούν οι ίδιοι την προσωπική τους ιστορία, να διατυπώσουν ενδεχομένως αιτήματα και να περιγράψουν ανάγκες προς την υπόλοιπη κοινωνία, η οποία σαφώς και εξακολουθεί να είναι εταίρος και φορέας αυτής της εμπειρίας. Είναι η ιστορική στιγμή, κατά την οποία μη γνωρίζοντας πια το «τι είναι», αρχίζουμε όλοι μαζί, με επίγνωση των ορίων μας να συζητάμε γι’ αυτό – αρχικά προφανώς στους δεδομένους μας κοινωνικούς ρόλους, στην πορεία ρευστοποιούμενους μέσα από το μοίρασμα των σκέψεων, φόβων,αναζητήσεων και διαπιστώσεών μας.


2. Τετράλογος

Η ιδέα του Τετραλόγου, την οποία θέλω εδώ να παρουσιάσω ως διευρυμένη έννοια-ομπρέλα για την κοινωνική συνδιαλλαγή γύρω από την ψυχωσική εμπειρία, αποτελεί κατά τη γνώμη μου την προς το παρόν καταληκτική στιγμή στη διαδικασία της κοινωνικής κατανόησης του ψυχικού πόνου.
Ο νεολογισμός παραπέμπει στο σταδιακό ιστορικό πέρασμα από τον Μονόλογο των ειδικών, στον Διάλογο με τον πελάτη-ασθενή και διαδοχικά στο άνοιγμα αυτού του διαλόγου προς την οικογένεια του ασθενή, όπου οι τρεις ομάδες φιλοδοξείται να συμμετέχουν ισότιμα στην προσέγγιση και γνωριμία του θέματος της τρέλας. Είναι η ιστορική στιγμή, που στη δεκαετία του 1990 αναδύεται στη Γερμανία ο όρος Τριάλογος, για να αποδώσει το άνοιγμα αυτό.
Η πιο αντιπροσωπευτική μορφή του τριαλόγου είναι τα σεμινάρια πάνω στην ψύχωση, τα οποία θα επιχειρήσω να παρουσιάσω ως πρόταση μιας νέας κουλτούρας για την διαπροσωπική και κοινωνική προσέγγιση του φαινομένου της ψύχωσης.


3. Σεμινάρια πάνω στην ψύχωση: Τριάλογος

3.1. Η ιστορία

Η ιδέα των Σεμιναρίων πάνω στην Ψύχωση γεννήθηκε το 1987 στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας κατά τη διάρκεια ενός τηλεοπτικού σώου, στο οποίο εμφανίστηκαν πολλοί άνθρωποι που άκουγαν φωνές και δεν είχαν στο παρελθόν καμιά ψυχιατρική εισαγωγή. Με αφορμή αυτή την τυχαία παρατήρηση ξεκίνησε από τον καθ. Μάριους Ρομέ του Παν/μιου του Λίμπουργκ μια έρευνα πάνω στις στρατηγικές αυτόνομης διαχείρισης των ακουστικών παραισθήσεων από την πλευρά των άμεσα ενδιαφερομένων, σε συνεργασία με επαγγελματίες, συγγενείς και φίλους τους. Στη σύσταση αυτής της τριμελούς ομάδας εντοπίζουμε σήμερα τη γένεση της ιδέας του Τριαλόγου. Σε συνέχεια αυτής της πρώτης εμπειρίας ιδρύθηκε το 1989 στην Αγγλία το «Δίκτυο ανθρώπων που ακούν φωνές». Άρχισαν να γίνονται τακτικές συναντήσεις για τους άμεσα ενδιαφερόμενους και μη και εκδιδόταν ένα περιοδικό. Το 1993 αρχίζει στο Bielefeld της Γερμανίας, όπου λειτουργούσε από καιρό μια ακμαία ομάδα αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχωσική εμπειρία αλλά και εναλλακτικά σκεπτόμενοι επαγγελματίες στο τοπικό ψυχιατρείο, ένας κύκλος τακτικών συναντήσεων και συζητήσεων πάνω στην ψύχωση, που πήραν επίσημα προς τα έξω το όνομα «συζητήσεις συνεργασίας» (Kooperationsgespräche)[1].
Το 1994 οργανώνεται στο Αμβούργο το 34ο παγκόσμιο συνέδριο κοινωνικής ψυχιατρικής, για πρώτη φορά στην ιστορία του συνεδρίου μέσα από ισότιμη συνεργασία επαγγελματιών και επιστημόνων από το χώρο της ψυχικής υγείας με την γερμανική ομοσπονδία συλλόγων συγγενών (Bundesverband von Angehörigen) και την ομοσπονδία συλλόγων και ενώσεων ανθρώπων με ψυχωσική εμπειρία (Bundesverband von Psychiatrieerfahrenen), που είχαν συσταθεί σε σωματείο με νομική ισχύ το 1992. Στο συνέδριο αυτό, που είχε το όνομα «Αποχωριζόμενοι τη Βαβυλώνα» (Abschied von Babylon, βλ. Bock et al., 1995), αποκλείστηκαν οι φαρμακευτικές εταιρείες ως σπόνσορες και διαφημιζόμενοι από τη διοργάνωση. Το 1995, ένα χρόνο μετά, οργανώθηκε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας το πρώτο σεμινάριο πάνω στην ψύχωση με τη σημερινή έννοια του όρου. Ακολούθησε το 1996 το πρώτο Σεμινάριο στην Ουαλία και το 1997 στο Αμβούργο της Γερμανίας, το τελευταίο οργανωμένο από την έδρα Κλινικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου. Από τότε το μοντέλο γνώρισε στη Γερμανία μια εντυπωσιακή εξάπλωση. Το 1998 καταγράφονταν ήδη 80 ενεργά τακτικά σεμινάρια στη Γερμανία, ενώ σήμερα μιλούμε για πάνω από 200 σ’ όλη τη χώρα.

3.2 Τι είναι – τι δεν είναι τα «Σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση»

Τα σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση συνίστανται σε τακτικές συναντήσεις προσώπων με ψυχωσική εμπειρία, συγγενών τους και επαγγελματιών ψυχικής υγείας με θέμα την ανταλλαγή εμπειριών πάνω στην ψύχωση και τη θεσμική της αντιμετώπιση (ψυχιατρική περίθαλψη) (Bock et al., 2000). Στην αρχική τους σύλληψη αποσκοπούν στην παραγωγή και ανταλλαγή γνώσης-οπτικών γωνιών και βιωματικών πραγματικοτήτων και όχι κύρια στην αλληλοϋποστήριξη των συμμετεχόντων, ούτε στη δυναμική διεκδίκηση θεσμικών λύσεων. Έτσι διαφοροποιούνται από προϋπάρχουσες ομάδες αυτοβοήθειας προσώπων με ψυχωσική εμπειρία, καθώς και από πολιτικού-ακτιβιστικού χαρακτήρα αντιψυχιατρικές ή παρόμοιες πρωτοβουλίες αντίστοιχα. Αποτελούν ωστόσο λίκνα μιας καταρχήν ισότιμης συνάντησης πολιτών, στην ιδανική τους μορφή μιας ρεαλιστικής ενσάρκωσης της ονομαζόμενης από τον Χάμπερμας «μη εξουσιαστικής συζήτησης» (machfreier Diskurs), συνδιαλλαγής, συνάντησης, έδαφος πάνω στο οποίο εύκολα ανθίζουν τόσο στοιχεία αυτό- και αλληλοβοήθειας, όσο και ακτιβιστικής έμφασης πρωτοβουλίες. α Σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση αυτοδιαχωρίζονται αυστηρά από κάθε είδους κλασικά εννοούμενης ψυχοθεραπείας. Στους κόλπους τους όμως έχουν παρατηρηθεί εσωτερικές αλλαγές σε μέλη τους, που βιώνονται υποκειμενικά ως ευεργετικές και θα προσομοίαζαν υπό όρους με τα αποτελέσματα επιτυχών θεραπειών.
Η ισχυρότερη όμως οριοθέτηση των Σεμιναρίων πάνω στην Ψύχωση γίνεται απέναντι στα λεγόμενα σεμινάρια Ψυχοεκπαίδευσης, των οποίων αποτελούν το απόλυτο αντίστροφο ή αντίθετό τους. Ενώ σε προγράμματα Ψυχοεκπαίδευσης οι άμεσα ενδιαφερόμενοι διδάσκονται από ειδικούς την «αρρώστια» τους και τους θεωρούμενους ιατρικά δόκιμους τρόπους αντιμετώπισής της σε μια διαδικασία θεσμικά κατοχυρωμένης ακύρωσης και αλλοτρίωσής τους με προοδευτικό προσωπείο, στα Σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που έχουν βιώσει την ψυχωσική εμπειρία, που αναγνωριζόμενοι ως οι απόλυτοι ειδικοί για το δικό τους βίωμα, εξηγούν στους υπόλοιπους περί τίνος πρόκειται και τους καθοδηγούν στο πώς οφείλουν να αντιμετωπίσουν μια τέτοια κατάσταση σε συνανθρώπους τους.
H πρωτοβουλία οργάνωσης ενός Σεμιναρίου μπορεί να ανήκει σε εκπροσώπους οποιασδήποτε από τις τρεις ομάδες, συνήθως όμως συντονίζονται και πάντως παίρνουν την ειδοποιό τους απόχρωση από άτομα με εμπειρία ψύχωσης και ψυχιατρικών νοσηλειών. Οι συναντήσεις λαμβάνουν χώρα κατά προτίμηση σε μη ψυχιατρικά στιγματισμένους χώρους, όπως εκπαιδευτικά ιδρύματα, πολιτιστικά κέντρα, χώροι της εκκλησίας, γενικά μέρη που να μη θυμίζουν θεραπεία και σχέσεις ψυχιατρικής εξουσίας. Η συχνότητα των συναντήσεων, η σύνθεση των ομάδων (π.χ. η συμμετοχή ή όχι απλών πολιτών), ο ακριβής τρόπος λειτουργίας τους (π.χ. τα δικαιώματα των μελών σε λόγο, το δικαίωμα στην ανωνυμία κλπ), η επιλογή των θεμάτων συζήτησης, η πολιτική καταγραφής των τεκταινόμενων αποτελεί αποκλειστική απόφαση του κάθε σεμιναρίου (Bock et al, 2000). πως αναφέρθηκε προηγούμενα, μπορούν να προσλαμβάνουν στην πορεία και χαρακτήρα ψυχοκοινωνικής αυτοβοήθειας (κάποιος από τους ενδιαφερόμενους αφηγείται ή εκθέτει κάποιο του πρόβλημα ζητώντας βοήθεια και οι υπόλοιποι ασχολούνται μ’ αυτό, ανταλλάσσοντας απόψεις ή αναζητώντας τρόπους δράσης), καθώς και να αναλάβουν ακτιβιστικού τύπου δράση (η ομάδα του σεμιναρίου αποφασίζει να πάρει θέση πάνω σε σχετικά κοινωνικά και θεσμικά ζητήματα, να οργανώσει εκδηλώσεις, να επεξεργαστεί σχέδια δράσης και παρέμβασης).
Χαρακτηριστικά παραδείγματα του δεύτερου είδους είναι:

- η επεξεργασία ενός συμβολαίου νοσηλείας από το Σεμινάριο του Μπίλεφελτ, στο οποίο αναγράφονται αναλυτικά το τι επιτρέπει και το τι δεν επιτρέπει το νοσηλευόμενο πρόσωπο να του ασκηθεί ως θεραπεία κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Το συμβόλαιο οφείλει να είναι δεσμευτικό για τη διοίκηση του ψυχιατρείου και τους θεράποντες .

- Η επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων ερμηνείας της ψύχωσης. Ήδη κατά τη δεκαετία του 1990 κατασκευάστηκε ένα αντίστοιχο ερωτηματολόγιο, με το οποίο συγκεντρώθηκαν συστηματικά οι απόψεις των άμεσα ενδιαφερόμενων για το τι είναι, πώς βιώνεται και πώς ερμηνεύεται η Ψύχωση, ανεξάρτητα από τα κυρίαρχα βιοχημικά μοντέλα εξήγησης και από τη θεωρία της ευαλωτότητας, σε μια προσπάθεια ανάπτυξης μιας νέας θεωρίας για την ψύχωση. (Bock et al., 1998, 2001).

- Η επεξεργασία προτάσεων για μια αντιμετώπιση οξέων ψυχωσικών κρίσεων, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτών που τις βιώνουν. Σ’ αυτόν τον τομέα έχουν καταγραφεί μια σειρά από στρατηγικές και διαπροσωπικούς χειρισμούς από πολυάριθμα Σεμινάρια στη Γερμανία, πληροφορίες οι οποίες δημοσιεύονται σταθερά και στο διαδίκτυο και προσφέρουν μια πρακτική απάντηση-οδηγία προς τους συγγενείς και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

- Στήριξη εναλλακτικών προς την ψυχιατρική πρωτοβουλιών για την περίθαλψη των προσώπων που βρίσκονται σε οξύ ψυχικό πόνο, όπως τα Σπίτια Φυγής στην Ολλανδία και τη Γερμανία (Wehde,1991, Kempker, 1998). κ.α.π.

Τα σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση αποτελούν σήμερα την πιο εκτεταμένη, όχι όμως και τη μόνη έκφανση του Τριαλόγου (Bombosch et al., 2004). Όπως ήδη αναφέρθηκε, η οργάνωση συνεδρίων με την ίση και ισότιμη συμμετοχή και των τριών ομάδων, καθώς και η διαπραγμάτευση στην καθημερινή πράξη εξατομικευμένων συμβολαίων νοσηλείας και με τους τρεις συνομιλητές παρόντες, είναι άλλες τέτοιες εκφάνσεις, στις οποίες πραγματώνεται η
στοχευμένη συνάντηση και συνεργασία των τριών ομάδων στη βάση των αναγκών της καθεμιάς και της θεμελιακής παραδοχής της ισότιμης αξίας των σκέψεων, βιωμάτων και εμπειριών της καθεμιάς, χωρίς ιεραρχήσεις. Ωστόσο ακόμα και μ’ αυτήν την εντυπωσιακή υπέρβαση οι συζητητές του τριαλόγου παραμένουν να είναι αυτοί που εμπλέκονται λίγο ή πολύ άμεσα με την εκάστοτε κρίση (ειδικοί, οικογένεια, άμεσα ενδιαφερόμενοι), σα να πρόκειται για ένα πράγμα που αφορά σε αυτά τα τρία μέλη. Ο ψυχικός πόνος και η κοινωνική του διαχείριση αφορά όμως και όλους τους υπόλοιπους, όπως ακριβώς η ύπαρξη ή όχι σχολείων σε μια χώρα αφορά και πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν (ακόμα) παιδιά Ως 4η ομάδα αυτού του διαλόγου προτείνω να δούμε και να συμπεριλάβουμε ισότιμα και ενεργά σ’ όλη τη διαδικασία αυτή των ευαισθητοποιημένων πολιτών, οι οποίοι θα αποτελέσουν τον 4ο πολύτιμο συζητητή στην αναζήτηση συναινέσεων[2].

4. Η κριτική

Η ιδέα και η πράξη του τριαλόγου έχει δεχθεί ριζοσπαστική κριτική από την πλευρά εκείνη των άμεσα ενδιαφερόμενων, η οποία ιστορικά ξεκίνησε και έστησε ολόκληρο το κίνημα αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχωσική εμπειρία στη Γερμανία και ακολούθως στην Ευρώπη.
Η κριτική αυτή γίνεται στη βάση μιας πολιτικά ισχυρής εμπειρίας κινημάτων αυτοβοήθειας, που χαρακτήρισε τις εξελίξεις στο γερμανικό χώρο κατά τις δεκαετίες του 70 και του 80 και ανέδειξε με δυναμικό και ανυποχώρητο τρόπο την ψυχιατρική βία ως κοινωνικό πρόβλημα με ιδεολογικές βάσεις, με φορείς τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, κατά κύριο λόγο τους ψυχιάτρους, με τους οποίους κανενός είδους διαπραγμάτευση δεν θεωρείται αποδεκτή.
Ταυτόχρονα τονίστηκε με ξεκάθαρο στην πράξη τρόπο το αυτονόητο του δικαιώματος «ψυχικά πασχόντων» να ορίζουν αποκλειστικά οι ίδιοι το τι συμβαίνει με την ζωή τους, και να αρνούνται φαύλες συμμαχίες κάθε τύπου, συμπεριλαμβάνοντας στο σύστημα καταστολής και κοινωνικού αποκλεισμού μαζί με τους επαγγελματίες και τις ίδιες τις οικογένειές τους, με τις οποίες επίσης δεν θεωρείται δόκιμος ένας ισότιμος διάλογος. Στόχος αυτής της κίνησης ήταν και εξακολουθεί να είναι η ενεργοποίηση των ίδιων των άμεσα ενδιαφερομένων για την προστασία των ατομικών τους δικαιωμάτων και την άρθρωση αυτόνομου κοινωνικού λόγου ( Stöckle, 2000, von Trotha, 2001, Lehmann, 2002, 2004).
Σ’ αυτό το πλαίσιο κατανόησης τα Σεμινάρια πάνω στην Ψύχωση θεωρούνται μια επικίνδυνη ψευδοπροοδευτική αναδίπλωση του παραδοσιακού συστήματος καταστολής με ανθρωπιστικότερο πρόσωπο, όπου οι άμεσα ενδιαφερόμενοι «εκτίθενται» με τις αναφορές και αυτοαναφορές τους μπροστά σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν κάνουν το ίδιο, αλλά «ακούν» και «μαθαίνουν» υποθετικά, αντικειμενοποιώντας όμως και πάλι την ψυχωσική εμπειρία. Μια περαιτέρω κριτική αναφέρεται στην καταγγελία του ότι επαγγελματίες ψυχικής υγείας από τον ακαδημαϊκό χώρο «εκμεταλλεύονται» με δημοκρατικό προσωπείο την αυτοέκθεση άμεσα ενδιαφερόμενων, για να αναπτύξουν νέα θεωρητικά σχήματα για την ψύχωση και να επωφεληθούν επιστημονικά, χωρίς να αποδώσουν την αντίστοιχη αναγνώριση στα κύρια μέλη αυτών των συζητήσεων, τους ίδιους τους ανθρώπους με ψυχωσική εμπειρία. Τέλος εκφράζεται με επιμονή η άποψη ότι ισοτιμία σε έναν τέτοιο διάλογο δεν μπορεί να υπάρξει, στο βαθμό που σε μια «ψυχωσική κρίση» οι «ισότιμοι» συνομιλητές δεν θα αντισταθούν στην πράξη στην παραδοσιακή ψυχιατρική αντιμετώπιση του «πάσχοντος» προσώπου, στο βαθμό που δεν υπάρχουν ακόμα αντίστοιχες εναλλακτικές δομές ή/και λογικές[3].
Ως εναλλακτική πρόταση στα σεμινάρια πάνω στην ψύχωση προτείνονται από την πλευρά αυτή α) η ενίσχυση των αμιγών ομάδων αυτοβοήθειας, οι οποίες και θα επεξεργάζονται και θα δημοσιεύουν νέες θεωρητικές απόψεις για την ψύχωση ως δικό τους έργο, το οποίο θα τελούν μεταξύ τους και όχι υπό την «παρατήρηση» ειδικών και οικογενειών και β) η πληρωμένη συμμετοχή άμεσα ενδιαφερομένων σε εκπαιδευτικά προγράμματα πανεπιστημίων, ψυχιατρείων κ.λπ. ως ειδικών εκπαιδευτών σε θέματα πάνω στην ψύχωση.


5. «Ειδικοί στις δικές μας υποθέσεις» ή υπέρβαση της αντικειμενοποίησης: ο τριάλογος-τετράλογος ως νέο παράδειγμα επικοινωνίας

Η παραπάνω κριτική έχει σαφέστατα μια ισχυρή εμπειρική και θεωρητική βάση. Προσφέρει επίσης ένα πολύτιμο κάλεσμα επαγρύπνησης στο θέμα της επανάληψης μέσα στα σεμινάρια κλασικά ψυχιατρικών αντικειμενοποιητικών τάσεων. Οι δε εναλλακτικές προτάσεις που γίνονται είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και μπορούν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από τη λειτουργία ή όχι Σεμιναρίων πάνω στην Ψύχωση. Το συζητήσιμο σημείο της κριτικής βρίσκεται ωστόσο κατά τη γνώμη μου στο αυτονόητο, ότι πολυμερείς συζητήσεις δεν μπορούν παρά να αντικειμενοποιούν τις ψυχωσικές εμπειρίες. Τόσο ως τριάλογος, όσο και αργότερα ως τετράλογος, η επικοινωνιακή αυτή πρόταση της ισότιμης συνδιαλλαγής περισσότερων κοινωνικών ομάδων πάνω στο θέμα της ψύχωσης μπορεί υπό όρους να πραγματοποιήσει μια βασική μετατροπή στην έννοια του ψυχικού πόνου, με την έννοια μιας υποκειμενικής πολυπρισματικότητας, όπου όλα τα συμμετέχοντα μέλη μιλούν για τη δική τους προσωπική-υποκειμενική εμπειρία. Στόχος είναι ο Ψυχικός Πόνος να μην αντιμετωπιστεί πια ως μια αντικειμενοποιημένη αρρώστια, αλλά να αρθρωθεί ως πολυπρισματική υποκειμενική εμπειρία για περισσότερους από έναν παρατηρητές-βιωματικά υποκείμενα.

Η ιδέα είναι ότι το βίωμα του ενός πυροδοτεί ισχυρά βιώματα σε όλους τους υπόλοιπους, και όλοι καλούνται από τη δική τους οπτική γωνία να κάνουν υπερβάσεις των ως τότε εσκαμμένων ορίων τους. «Πονά» (με την έννοια επώδυνων υπερβάσεων της μέχρι τώρα εμπειρίας του) όχι μόνο το πρόσωπο που βιώνει άμεσα την ψύχωση, αλλά και το μέλος της οικογένειάς του, που καλείται με αφορμή αυτό να κάνει τη δική του υπέρβαση, ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας, που έρχεται αντιμέτωπος με μια ατέλειωτη σειρά από διλήμματα, προσωπικές αγωνίες, φόβους και την ευθύνη δράσης που του δίνει η κοινωνία, αλλά και ο απλός πολίτης-θεατής, ερχόμενος αντιμέτωπος με μια μη γνώριμη και ως εκ τούτου φοβικά στιγματισμένη συνθήκη, με αφορμή την οποία καλείται να επανεξετάσει ηθικά, ιδεολογικά και προσωπικά αυτονόητα σε μια επίσης συγκεχυμένη πρόκληση για υπερβάσεις. Σε ένα σεμινάριο τετραλόγου μιλά ο καθένας για τον εαυτό του και όχι για ένα γνωστικό αντικείμενο, για το πώς αισθάνθηκε ή αισθάνεται ο ίδιος-η ίδια με την εμπειρία της ψύχωσης, είτε άμεσα, είτε όντας στο περιβάλλον κάποιου άμεσα ενδιαφερόμενου. Το τι είναι ψύχωση ως άμεση εμπειρία είναι βεβαιότατα κάτι, που μόνο οι άμεσα βιώσαντες μπορούν να κρίνουν και να περιγράψουν. Οι άλλες ομάδες μπορούν και καλούνται να «εκθέσουν» (και μέσω αυτών να εκτεθούν) με επίσης μοναδικό και προφανώς άγνωστο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους τρόπο τα δικά τους συναισθήματα (άγχος, περιέργεια, φόβος, αβοηθησία, ανάγκη να μην το αντιληφθούν ή να το αντικειμενοποιήσουν για να το αντέξουν;…) σε σχέση με την εμπειρία του άμεσα βιώσαντος, ο οποίος παραμένοντας μέλος του κοινωνικού ιστού καλεί ο ίδιος με τον τρόπο του όλους τους υπόλοιπους σε συμμετοχή στο βίωμά του. Κάτω από αυτήν την προϋπόθεση και με αυτή την κατανόηση ενός σεμιναρίου θεωρώ εφικτή και εντυπωσιακά εμπλουτιστική για όλους τους συμμετέχοντες μια ισότιμη συνάντηση στους κόλπους ενός τέτοιου σεμιναρίου.
΄Έτσι ειδωμένο, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για το μεγαλύτερο εγχείρημα εκμάθησης και συνεχούς άσκησης του αλληλοσεβασμού σε διαπροσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, μια τεράστια πρόκληση πολιτισμού για την κοινωνία, θα προσπαθήσει να το ενσωματώσει ως παράδειγμα επικοινωνίας και κύτταρο ψυχοκοινωνικής δράσης.


6. Κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες

Ο τετράλογος μπορεί λοιπόν να κληθεί να παίξει λοιπόν το χώρο (φόρουμ) , στον οποίο θα ζυμωθεί μέσα από την αλληλογνωριμία και την κοινή κατανόηση μια κοινή αντίληψη και γλώσσα για το τι είναι η τρέλα και θα αναδυθούν συναινέσεις πάνω στο σύστημα διαχείρίσης – περίθαλψής της που θα πάρουν πολιτική μορφή. Μ’ αυτή την έννοια μπορεί να αποτελέσει την επικοινωνιακή πράξη του Habermas, που θα γίνει στην πορεία άξονας γα την κινητοποίηση κοινωνικών διαδικασιών. Για να νοηματοδοτηθεί όμως μακροπρόθεσμα μια τέτοια διαδικασία χρειάζεται πρόσβαση σε θεσμούς που διαχειρίζονται σήμερα την κατάσταση (νοσοκομεία, ιδρύματα κλπ) και οι οποίοι θα κληθούν να ανταποκριθούν σε συλλογικά αρθρωμένες ανάγκες αλλαγών. Ομάδες τετραλόγου μπορούν σε μια ωριμότερη φάση τους να διεκδικήσουν τη θέση τους σε όργανα κοινωνικού ελέγχου ψυχιατρικών θεσμών (λεγ. Επιτροπές ελέγχου και δεοντολογίας), σε γνωμοδοτικές επιτροπές πολιτικών φορέων ως εμπειρογνώμονες, ή και στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων. Η δημιουργία τέτοιων πυρήνων με παρεμβατικό στόχο αποτελεί μια πρόκληση για μια κοινωνία όπως η ελληνική, η οποία ως σήμερα δε συνηθίζει να εκφράζεται μέσα από οργανωμένες πρωτοβουλίες πολιτών. Απαιτεί ταυτόχρονα την ετοιμότητα των εργαζομένων στο χώρο της ψυχιατρικής με οποιονδήποτε ρόλο να επανεξετάσουν τα ιδεολογικά, ηθικά και επιστημονικά τους αυτονόητα και να εντάξουν εαυτόν έγκαιρα σε ευρύτερες διαδικασίες αλλαγών, πριν προσπεραστούν απ’ αυτές.

Βιβλιογραφία

1. Bock, Th., Buck, D., Gross J. et al. (Hg) (1995): Abschied von Babylon. Verständigung über Grenzen in der Psychiatrie. Bonn (Psychiatrie Verlag).

2. Bock, Th., Deranders, J.E., Esterer, I. (Hg) (1998): Im Strom der Ideen. Stimmenreiche Mitteilungen über den Wahnsinn. Bonn (Psychiatrie Verlag).

3. Bock, Th., Buck, D., Esterer, I. (2000): Es ist normal verschieden zu sein. Bonn (Psychiatrie Verlag).

4. Bock, Th., Deranders, J.E., Esterer, I. (Hg) (2001): Stimmenreich. Mitteilungen über den Wahnsinn. Bonn (Psychiatrie Verlag).

5. Bombosch, J., Hansen, H., Blume, J. (Hg) (2004): Trialog praktisch. Neumünster (Paranus Verlag).

6. Dörner, K. (1969): Bürger und Irre: Zur Sozialgeschichte und Wissenschaftssoziologie der Psychiatrie. Frankfurt a. M. (europäische VErlaganstalt).

7. Dörner, K. (1993). Tötliches Mitleid. Zur Frage der Unerträglichkeit des Lebens oder die soziale Frage: Entstehung, Medizinisierung, NS-Endlösung, heute,

morgen. Gütersloh (Verlag Jakob van Hoddis).

8. Habermas, J. (1995): Theorie des kommunikativen Handelns, Band I, II. Frankfurt (Suhrkamp).

9. Kempker, K. (Hg) (1998): Flucht in die Wirklichkeit. Das BerlinerWeglaufhaus. Berlin (Antipsychiatrie Verlag).

10. Lehmann, Peter (2004): Über das Ernstnehmen von Partnerschaft im psychiatrischen Bereich. Στο: Trialog Praktisch (2004), 126-134. Neumünster (Paranus

Verlag).

11. Stark F.M., Bremer, F., Esterer, I. (Hg) (2000). Ich bin doch nicht verrückt. Erste Konfrontationen mit psychischer Krise und Erkrankung. Bonn (Psychiatrie

Verlag).

12. Stöckle,T.(2000): Die Irren-Offensive. Erfahrungen einer Selbshilfe-Organisation von Psychiatrieopfern. Berlin (Antipsychiαtrieverlag).

13. Von Throtha, Thilo (2001): Utnerwegs zu alten Fragen – die neue Antipsychiatrie. Στο: Zeitschsrift für Systemische Therapie, 19,4,201-210.

14. Wehde, Uta (1991): Das Weglaufhaus – Zufluchtsort für Psychiatriebetroffene. Erfahrungen – Konzeptionen – Probleme. Berlin (Antipsychiatrie Verlag).

15. Wollschläger, M. (2001): Sozialpsychiatrie. Entwicklungen-Kontroversen-Perspektiven. Tübingen (DGVT Verlag).

16. Σαζ, Τ. (1976). Ο Μύθος της ψυχικής αρρώστειας. Αθήνα (Κάσογλου).

17. Φουκώ, Μ. (1988). Ψυχική αρρώστεια και ψυχολογία. Αθήνα (Ελεύθερος Τύπος).

18. Φουκώ, Μ. (χ.χ.). Η ιστορία της τρέλας. Αθήνα (Ηριδανός).

[1] Απ’ αυτές προέκυψαν στην πορεία σημαντικές προτάσεις, όπως το ονομαζόμενο «ψυχιατρικό συμβόλαιο» (Psychiatrievertrag), το οποίο τείνει σήμερα

να επεκταθεί σε όλο και περισσότερα δημόσια ψυχιατρεία της χώρας. Με τον όρο ψυχιατρικό συμβόλαιο αποδίδεται ένα γραπτό κείμενο συμφωνίας

μεταξύ νοσηλευομένου και ιδρύματος νοσηλείας πάνω στις μορφές θεραπείας, που δέχεται ο πρώτος να δεχτεί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο

ψυχιατρείο. Το ψυχιατρικό συμβόλαιο οφείλει να γίνει σεβαστό από το ίδρυμα νοσηλείας. Η ιδέα αυτή προέρχεται από την σαφώς ριζοσπαστικότερη ιδέα

της «ψυχιατρικής διαθήκης» (Psychiatrietestament), που αναπτύχθηκε το 1980 από μια ομάδα αυτοβοήθειας στο Βερολίνο και η οποία όριζε τους άμεσα

ενδιαφερόμενους ως τους μόνους αρμόδιους να ορίσουν τους όρους νοσηλείας τους, καταγεγραμμένους υπό την νομική έννοια της διαθήκης γραπτά, με

συμβολαιογραφική ισχύ. Σ’ αυτήν την πρώτη εκδοχή δε γίνεται αποδεκτή καμιά συζήτηση και διαπραγμάτευση με τους ειδικούς επί του θέματος, ενώ στη

μορφή του Ψυχιατρικού Συμβολαίου κάτι τέτοιο είναι δεκτό.

[2] Ο όρος χρησιμοποιείται και από τον Wollschläger (2001) («Tetralog»), με άλλο όμως περιεχόμενο από αυτό που προτείνεται εδώ, συγκεκριμένα

προτείνει ως τέταρτο εταίρο στη συζήτηση τα ταμεία υγείας, δηλαδή τους χρηματοδοτικούς των ψυχιατρικών υπηρεσιών φορείς. Κατά τη γνώμη μου μια

τέτοια στάση θα προσανατόλιζε σε μεγάλο βαθμό τη συζήτηση σε μια χρηματοοικονομική διάσταση, η οποία θεωρώ ότι την απομακρύνει επί της ουσίας

από τον φιλοσοφικό της χαρακτήρα

[3] Lehmann Peter, προσωπικές αναφορές σε συζητήσεις με τη γράφουσα το Δεκέμβρη του 2004.